Ξεβολεύομαι…

Μας είπε μια μέρα η δασκάλα μας πως δεν υπάρχει «δεν μπορώ να κάνω κάτι», αλλά πως στην πραγματικότητα δυσκολευόμαστε να ξεβολευτούμε  απ’ τα οικεία και συνηθισμένα μας. Ε, λοιπόν, κρίνοντας απ’ το θάρρος μου να ξεβολευτώ, εκεί στο μάθημα, μπροστά σε δασκάλα και συμμαθητές, συνειδητοποίησα πως μάλλον έχω ήδη εκπαιδευτεί σ’ αυτό… Γιατί  ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΞΕΒΟΛΕΜΑ ΑΠ’ ΤΟ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΕΝΑ ΜΩΡΟ… ‘Ο,τι ήξερες μέχρι τώρα, αλλάζει. Οι επιθυμίες σου δεν έρχονται πρώτες, ούτε καν δεύτερες. Το πρόγραμμά σου…ωπ! λάθος λέξη – δεν υπάρχει καν πρόγραμμα, με την έννοια που έχουμε συνηθίσει…

Κι όμως, το ξεβόλεμα αυτό έχει νόημα· αφήνεις χώρο στο παιδί να αναπτυχθεί, του δίνεις αγάπη χωρίς κανένα «μέτρο» ή «κράτημα», κι εσύ τελικά, απ’ όλο αυτό, μόνο κερδίζεις… Γιατί ξεβολεύομαι σημαίνει και είμαι «ανοιχτός» σε νέα ερεθίσματα, μένω ελαστικός κι ευέλικτος στα νέα δεδομένα, προσαρμόζομαι, συνεργάζομαι, τελικά προοδεύω…

Όλα στο φως…

                                       της Βίκυς, δικαιωματικά…
 
 
 
Χθες βράδυ ονειρεύτηκα που ήμουνα παιδάκι
Και μ’ είχε πάρει ένα πρωί η μάνα απ’ το χεράκι.
 
Ήταν θυμάμαι Κυριακή, κοντή γιορτή και σχόλη
Κι όλοι  ‘χαν βγει περίπατο για να λιαστούν στην πόλη.
 
Φτάσαμε στο Βοτανικό στο σπιτικό μιας θείας
Που τί σπιτάκι δηλαδή, του παλατιού σωσίας!
 
Η θειά ήταν αρχόντισσα στ’ όνομα και τη χάρη
Κι είχε έναν άντρα μερακλή, που τον ελέγαν Χάρη.
 
Αυτός πολύ χορευταράς, αυτή φωνή-καμπάνα
Στο σπίτι γλέντι και γιορτή, χορός, τραγούδι πάντα.
 
Η μάνα ράβε-ξήλωνε, μοδίστρα χρυσοχέρα
Η φήμη της γιγάντωνε από τη γης πιο πέρα.
 
Η θειά ήθελε να ραφτεί και πάνω στο βελόνι
Λίγος χορός, νότες πολλές, μικρή γιορτή σκαρώνει.
 
“Πες μου ανηψούδι μου μικρό, τί λαχταράς ψυχούλα;
κι αν δεν γενεί το κέφι σου, να μη με λεν Σταυρούλα!”
 
Η μέρα κύλησε όμορφα και είχε μια γλυκάδα
Κι ο ήλιος χαμογελαστός κερνούσε βυσσινάδα.
 
Λίγο το λίγο βράδιασε και οι κλωστές σωθήκαν
Το πανηγύρι τέλειωσε, τα χείλη μας σφιχτήκαν.
 
Στο σπίτι σαν γυρίσαμε, φάκα-κελλί-κελλάκι
Τα πάντα γύρω γκριζωπά, τά ‘τρωε το σαράκι. 
 
Αχτίδα φως δεν έμπαινε, καν νύχτα, καν ημέρα
Και οι γωνιές γεμίζανε μαύρο πνιχτόν αγέρα.
 
Ο ήλιος πια αγέλαστος κερνούσε τη ρουτίνα
Ξεκούρδιστα τα αισθήματα, γι’ αγάπη μόνο πείνα.
 
Μπαίνοντας στο λαγούμι αυτό, τα μάτια ξεθωριάσαν
Και  – ζάλη μου και ταραχή! – τον κόσμον όλο χάσαν!
 
Η πίκρα χύθηκε καυτή στο πάτωμα, στις πλάκες
Μήτε θεός, μήτε δεντρί με σήκωναν στις πλάτες.
 
 Τρόμαξε η μάνα μου πολύ στην τόση αδιαθεσία
«μάτι κακό σε μάτιασε», είπε μ’ απελπισία.
 
Της θείας τηλεφώνησε να πει τα μαγικά της
Μπας και το μικρανήψι της έρθει στα συγκαλά της.
 
Μα εγώ καλά το ήξερα: όλα τα γιατροσόφια
Αδύνατο να μου ‘διναν τέτοια χαρά ατόφια,
 
Όση το φως που γλύκαινε την κάθε μια ακρούλα
κι έκλεινε μες στο στήθος της η θειά μου η Σταυρούλα!
 
 
 

Μη μου τους κύκλους τάραττε…

Φτιάχνεις κύκλους
Έναν-έναν ή περισσότερους μαζί
Φτιάχνεις κύκλους
Αλλά εσύ μένεις απ’ έξω
Οι κύκλοι κυλάνε
Κι εσύ στέκεις και τους κοιτάς
Ο μικρόκοσμός σου
Μικρότερος κι απ’ τον κύκλο
Κι όταν ατενίζεις τ’ άστρα
κρατάς το κεφάλι σκυφτό.
 
 
Άκου: “Το φεγγάρι αυτό” (Φοίβος Δεληβοριάς)
 
 

Χειμωνιάτικη προκήρυξη

Παρασιτώ.

Γαντζώνομαι πάνω σου και σε απομυζώ. Τρώω την τροφή σου,
κοιμάμαι στο σπίτι σου, χρησιμοποιώ την οργάνωσή σου για να επιβιώσω. Είσαι
σταθερός; Είμαι κι εγώ. Αν χαλάσει η ισορροπία σου απειλούμαι κι εγώ.

Κάνω κύκλους. Όταν με θρέψεις αρκετά και σε βαρεθώ, σε διαλύω
και πάω σ’ άλλον.

Παρασιτώ. Μόνος μου δεν υπάρχω – αλλά είμαι παντοδύναμος.

 

Με ευγνωμοσύνη,

ο ιός που μόλις κόλλησες.

Το τσουνάμι

Μια φορά κι έναν καιρό, στο εδώ και το τώρα, ζει ένα μικρό αγόρι. Τα ντροπαλά, αθώα μάτια του γεμίζουν σιγά-σιγά μίσος κι οργή. Επαναστατούν πριν καν επαναστατήσουν, επειδή έχουν ήδη πονέσει, πολύ πριν καν να πρέπει να πονέσουν. Βουίζουν τα “γιατί;”, όμως έχει πια καταλάβει, ή μάλλον αποδεχτεί, τη μοίρα του. Εξάλλου δεν ξέρει κι άλλον τρόπο, παρά το δρόμο της μη (εκφρασμένης;) αγάπης. Η ψυχή του όμως νιώθει, κι είναι αυτή που επαναστατεί. Εξεγείρεται, στα όρια των δυνάμεών του. Ακόμα υπολογίζει τις συνέπειες. Σε λίγο όμως καιρό  η ορμή της εφηβείας θα κάμψει κάθε αντίσταση κι η οργή θα σκάσει σαν κύμα. Τί κύμα όμως θα ‘ναι αυτό; Κύμα που καθαρίζει και φέρνει διαύγεια ή τσουνάμι που σαρώνει τα πάντα και καταστρέφει ανεξέλεγκτα;;!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.