Δεν βλέπω πια ανθρώπους. Δεν τραβούν το βλέμμα μου. Στον αέρα πετάνε σκέψεις, αλλά δεν ολοκληρώνονται, γιατί ο μεταφραστής έχει χαλάσει και δεν τις μετατρέπει πια σε λέξεις. Κι αν κάτι δεν πάρει σάρκα και οστά, αν δεν φορέσει τα αποκαλυπτικά ρούχα των φθόγγων, των συλλαβών, των σημείων στίξεως, τότε εγώ πώς να το δω;!

Μ’ αρέσουν τα ωραία ρούχα· τα τερτίπια κι οι κορδέλες που χαρίζουν μία άνω τελεία ή ένα θαυμαστικό. Μ’ αρέσουν οι διάφανες λέξεις, μ’ αρέσουν κι αυτές που κρύβουν ήχο!

Ξεκινάς κάτι να περιγράψεις, ψάχνεις τα λόγια που θα ορίσουν ένα πλαίσιο στις σκέψεις ή τα συναισθήματά σου και χωρίς να το καταλάβεις, η γλώσσα σαν να αποκτά αυτονομία και ξεδιπλώνεται και αναλύει και ξεκαθαρίζει το ομιχλώδες τοπίο του μυαλού. Και παρ’ οτι δεν ξέρεις πού κρυβόταν όλο αυτό το υλικό, ευγνωμονείς το μυστηριώδες ασυνείδητο για το δώρο της αποκάλυψης, της ανακούφισης, για το πρόσκαιρο-έστω!- ξαστέρωμα…!

Ναι, είναι μαγικές οι λέξεις. Είτε ψιλοκεντημένες, είτε τελείως άβαφτες, είτε συναισθηματικά φορτισμένες, είτε νηφάλιες, κουβαλούν μέσα τους την Ομορφιά, τη Σοφία ανά τους αιώνες, φέρουν τον Πολιτισμό του Ανθρώπου μέσα στο Χρόνο.

Και φτάνουν στο στόμα του δίχρονου παιδιού που πρωτο-συλλαβίζει την αγάπη και την ανάγκη του. Ύστερα τις παίρνει ο δάσκαλος και τις σκορπά απλόχερα ολόγυρά του, βαριές από τη Γνώση. Ο ερωτευμένος έφηβος μ’ αυτές διστακτικά φανερώνει την αγάπη του. Μ’ αυτές η μαμά ταχταρίζει και τραγουδά το νεογέννητο. Μετά γίνονται παραμύθια στα χείλια της γιαγιάς μπροστά στο τζάκι. Και τέλος, γίνονται ευχή και συγχώρεση δίπλα στο καντήλι του αγαπημένου.

Οι λέξεις, οι μικρές και ζεστές λέξεις, μας συντροφεύουν σ’ όλο το ταξίδι. Ομορφαίνουν και καλλιεργούν. Γίνονται η σφραγίδα του Ανθρώπου. Υποκλίνομαι μπροστα στη δύναμή τους και ταπεινά γίνομαι εργάτης τους.

Είναι μία ακόμη Κυριακή που η –πληθωρική σε όλα της– πεθερά μου είχε μαγειρέψει (και πάλι!) για ένα λόχο. Όχι μόνο ως προς την ποικιλία των φαγητών, μα κυρίως ως προς την ποσότητα. Έψησε μπριζόλες, φιλετάκια κοτόπουλο και λουκάνικο στη σχάρα, έφτιαξε πατατούλες-λουκούμια στο φούρνο, και σουφλέ με τυριά που χύνονται και λιώνουν… Και στο τέλος-τέλος, για χάρη των εγγονών της που υπεραγαπούσε, ρίχνει στο τηγάνι και δυο τηγανιές κεφτεδάκια, μικρά και ζουμπουρλούδικα! 

Σύσσωμη η οικογένεια στρώνεται στο τραπέζι με γέλια, φωνές και τσουγκρίσματα ποτηριών. Η ώρα πέρασε κι όλοι κατόπιν ψάχναμε την πιο αναπαυτική γωνιά του καναπέ, μήπως και λιγάκι χωνέψουμε απ’ το όργιο… 

Τα παιδιά όμως, που ποτέ δε σκάνε στο φαγητό και πάντα έχουν όρεξη για παιχνίδι, τράβηξαν έξω στην αυλή με άγριες διαθέσεις. Αφού όμως έπαιξαν κανα μισάωρο, τρέχουν φουριόζικα στη γιαγιά τους και της ζητάνε βώλους. 

Βώλους;! Πού να τους βρω εγώ τους βώλους; τους λέει. 

Τα παιδιά στραβομουτσούνιασαν. Όμως το πιο μικρό και τσαχπίνικο πετάει τη φαεινή ιδέα: να χρησιμοποιήσουμε τα κεφτεδάκια που περίσσεψαν για βώλους! Έχει μείνει τουλάχιστον μισή πιατέλα! 

Η γιαγιά κοκκινίζει, πρασινίζει, βγάζει καπνούς από τα αυτιά, αλλά το μικρό την κοιτά με τα πονηρά ματάκια της, της ρίχνει το καλύτερό της χαμόγελο και μια σφιχτή-σφιχτή αγκαλιά, και… οι αντιστάσεις κάμφθηκαν, «η πόλις εάλω» ! (δεν θέλει και πολύ η γιαγιά, είν’ η αλήθεια…). Χοροπηδώντας τριγύρω της, τα παιδιά τρέχουν στην κουζίνα και στήνουν παιχνίδι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας! Είχαν, βλέπετε, το σκοπό τους: κάθε κεφτεδόβωλο που κέρδιζαν, τον έτρωγαν! Έτσι και τα ίδια ξετρελλάθηκαν με τους μυρωδιστούς, λαδιάρικους, ολοκαίνουριος βώλους που επινόησαν, αλλά και οι γονείς τους ανακάλυψαν νέο τρόπο να πείθουν τα παιδιά τους να βάλουν δυο επιπλέον μπουκιές στο στόμα τους! 

Μόνο για τη γιαγιά δεν ξέρω, γιατί σ’ αυτήν έπεσε ο κλήρος να βάλει πάλι σε τάξη το «στρατόπεδο» μετά την «επιδρομή», να αποθηκεύσει τα υπόλοιπα «πυρομαχικά» και να σουλουπώσει και πάλι τους λαδωμένους και καταϊδρωμένους «μαχητές»… 

Έτσι…

Τον βλέπω βυθισμένο στη θέση του οδηγού ενός κόκκινου αυτοκινήτου, με καπαρντίνα κουμπωμένη και καπέλο. Παρκαρισμένος σε παράδρομο. Τουλάχιστον 75 χρονών, με μάτι γαρίδα. Παρακολουθεί τη «λεγάμενη», πότε πάει, πότε έρχεται, ποιον συναντά. Σε δύο μέρες έχει να δώσει αναφορά στον ευκατάστατο κύριο με την ακατάστατη ζωή…

 

 … κι αλλιώς

Τον βλέπω βυθισμένο στη θέση του οδηγού ενός κόκκινου αυτοκινήτου, με καπαρντίνα κουμπωμένη και καπέλο. Παρκαρισμένος σε παράδρομο. Τουλάχιστον 75 χρονών, με μάτι γαρίδα. Περιμένει υπομονετικά. Η γριά του πάνω στολίζεται για χάρη του. Σήμερα έχουν έξοδο. Πέμπτη βράδυ, όπως κάθε Πέμπτη εδώ και 50 χρόνια…

Το δέντρο που τον έδεσε ήταν στυφό. Χωρίς χυμούς να φουσκώνουν τη σάρκα του, χωρίς πουλάκια να ζευγαρώνουν στα κλαδιά του. Φύτρωσε στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου που δεν του άφησε πολλά περιθώρια ανάπτυξης, αφού μήτε τον ήλιο άφηνε να περάσει μέσα απ’ τα πυκνά φυλλώματά του. Κι έτσι το δέντρο μεγάλωσε μεν, αλλά έγινε καχεκτικό, μίζερο, αρρωστιάρικο. Βέβαια, όντας δέντρο, έβγαλε τα φυλλαράκια του, άνθισε τα λουλουδάκια του κι έδεσε τους καρπούς του. Όμως η μόνη του πραγματικότητα ήταν η σκιερή γαλήνη κι αταραξία του πράσινου θόλου. Μα φυσικά δεν τον πείραζε! Δεν είχε ζήσει ποτέ του σε ξέφωτο, για να γνωρίσει τον οργασμό της ζωής κάτω απ’ τον ήλιο. Αλλά και καμία ριζούλα του δεν είχε ελιχθεί, δεν είχε ψαχουλέψει μέσα σε πετραδάκια και χώματα, για να σαγηνευτεί από μια αμυδρή αχτίδα ήλιου. Στο στέρεο χώμα κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο είχε πια ριζώσει, ένιωθε ασφαλής.

Απ’ τους καρπούς του, κάποιοι μεγάλωσαν και έμειναν κολλημένοι πάνω στα κλαδιά του πατρικού δέντρου· άλλοι έπεσαν στο χώμα από ένα δυνατό φύσημα του αέρα, προτού πάρουν όλους τους χυμούς που τους αναλογούσαν, κι έμειναν εκεί, στη σκιά, προσπαθώντας να απομυζήσουν έστω τις ρίζες· κι άλλοι πήραν ό,τι περισσότερο μπορούσαν να πάρουν κι όταν ήρθε η κατάλληλη ώρα, ώριμοι όσο είναι δυνατόν, πέσαν απ’ το δέντρο και ξεκίνησαν το ταξίδι τους προς το άγνωστο.

 Ένας απ’ αυτούς, κύλησε πάνω στο χώμα, χάιδεψε το γρασίδι, έπιασε φιλίες με άλλους καρπούς, ίδιων ή διαφορετικών δέντρων, τσιμπήθηκε βέβαια κι από διάφορα έντομα, που δεν ήταν πάντα φιλικά, και κατάφερε μετά από πολλών ημερών ταξίδι να δει για πρώτη φορά στα μάτια του λίγη από τη λάμψη του ήλιου! Στην αρχή μέσα από κλαδιά λιγότερο πυκνά απ’ ότι της γειτονιάς του, αλλά λίγο-λίγο όλο και κυλούσε προς το ξέφωτο και ο ήλιος γινόταν όλο και πιο ζεστός, πιο φωτεινός, πιο λαμπρός! Οι ακτίνες του τον μάγευαν, τον σαγήνευαν και τον καλούσαν ολοένα προς το μέρος τους. Κι αυτός μαγνητισμένος λες, ακολουθούσε πιστά κι ένιωθε όλο και πιο ευτυχισμένος, πιο γαλήνιος, πιο ανακουφισμένος. Ο ήλιος είχε δώσει ωραίο χρώμα στη φλούδα του, είχε γλυκάνει τους χυμούς του και τον είχε κάνει πολύ χαρούμενο κι ανοιχτόκαρδο! Γελούσε συνέχεια κι έπαιζε όλη μέρα με τους άλλους καρπούς, αλλά ακόμα και με μυρμηγκάκια, πασχαλίτσες ή και με τις εκθαμβωτικές πυγολαμπίδες! 

Μια μέρα ήρθε στο δάσος ένα αγοράκι, που φαινόταν λυπημένο πολύ. Καθόταν στον κορμό ενός δέντρου και δεν μπορούσε να χαρεί όλο το πανηγύρι της φύσης που είχε στηθεί μπρος στα μάτια του. Ίσως δεν το έβλεπε καν. Ήταν στο ξέφωτο, αλλά μήτε ένιωθε τη ζεστασιά του ήλιου, μήτε καταδεχόταν να παίξει με πεσμένους στο χώμα καρπούς ή σκουλήκια. Ο καρπός κοίταζε το αγοράκι και λυπόταν με τη στενοχώρια του και πάσκιζε να βρει τρόπο να το βοηθήσει, να το κάνει έστω να χαμογελάσει!

 Παρακαλεί λοιπόν τον ήλιο να φωτίσει ακόμα περισσότερο, να ζεστάνει στο μέγιστο τις ακτίνες του και βλέπει τότε το αγόρι να κοιτά ψηλά και να αφήνεται ευχαριστημένο στο χάδι του ήλιου. Φωνάζει τις φίλες του τις πασχαλίτσες, οι οποίες μαζεύονται μπροστά στο αγόρι και φτιάχνουν με τα κόκκινα σώματά τους όλων των ειδών τα σχήματα! Αυτό τις κοιτά παραξενεμένο και χαμογελά – δεν μπορεί να πιστέψει ότι έχουν τόση φαντασία και έμπνευση ακόμα και οι πασχαλίτσες!

Και τέλος, ο ίδιος ο καρπός, κυλάει μπροστά στα πόδια του και τα χαιδεύει. Το αγόρι τον κοιτά και τα μάτια του ανοίγουν με λαχτάρα! Πεινασμένος καθώς είναι, τον δαγκώνει με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι ο καρπός, προσπαθεί να γίνει όσο πιο ζουμερός και γλυκός γίνεται, για να ευχαριστήσει το αγόρι, και νιώθει συγκινημένος πως ναι! έφτασε η ώρα να εκπληρώσει το σκοπό για τον οποίο γεννήθηκε! Κλείνει τα μάτια ευτυχισμένος και ξέρει πως δεν έχει πεθάνει πραγματικά. Τα κουκούτσια του, που το αγόρι έφτυσε στο χώμα, θα αναστηθούν ξανά ως ένα ωραίο μεγάλο δέντρο, που μάλιστα τώρα θα έχει ριζώσει στο ωραιότερο ξέφωτο του κόσμου, κάτω απ’ τον λαμπρότερο και πιο αγαπητικό ήλιο που θα μπορούσε ποτέ να υπάρχει!!!

Ο ρυθμός δειλά ξεκινά. Αν και ακόμη υπάρχουν προσκόμματα. Όμως η πρόκληση του καινούριου, η γοητεία της επικοινωνίας, η αίσθηση της προσφοράς τονώνουν, δίνουν χαρά! Η ικανοποίηση της επιτυχίας, η χρησιμότητα είναι τα φτερά της εκκίνησης. Ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς… Αλλά απόψε τον κοιτώ μόνο με αισιοδοξία! 

ΔτΘ!

 

Έφυγες κι ακόμη κοιτάζω τη θέση σου αδειανή

Τα τσαλακωμένα τριαντάφυλλα εκεί όπου κοιμόσουν

Με κοίταζες με μάτια γελαστά

Και χάιδευες το πρόσωπό μου με τις ζεστές παλάμες σου

Ήμασταν ευτυχείς και ασφαλείς στο ακούμπισμά μας

Ο μεγάλος κόσμος υπήρχε και στερεώνονταν

Πάνω στο μικρό δικό μας

Αυτός ο πυρήνας

Ήταν η αρχή και το τέλος του δρόμου

Ήταν η σφήνα στο παράλογο του κόσμου

Ήταν χαμόγελο την ώρα της κατήφειας

Και δροσερό αεράκι μες στο λιοπύρι

Αυτός ο πυρήνας ήταν.

 

Τραβά το βλέμμα μου όταν αρχίζει να κουνιέται με τη μουσική. Γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας, ίσως να ’ναι γύρω στα 35-40, με μακρύ μαύρο παλτό που κουμπώνει «τυπάδικα» με φερμουάρ, καρώ παντελόνι και μπαρέτες με μωβ καλτσάκια! Προσπαθεί να είναι μοντέρνα… Διαβάζει πρωινή δωρεάν εφημερίδα, έχοντας στα αυτιά ακουστικά. Πυκνά μαύρα φρύδια περιποιημένα, βλέμμα βλοσυρό. Δεν έχει παντρευτεί. Άνθρωπος με ενδιαφέροντα, cool, με άποψη – “γιατί κανείς δεν με έχει προσέξει;”. Το πόδι κουνιέται στο ρυθμό της μουσικής και της αγωνίας. Χρειάζεται έντονο εξωτερικό tempo και δυναμική ενορχήστρωση για να καλύψεις τον εσωτερικό οδυνηρό ρυθμό… “Πότε θα πάψω να σκέφτομαι;”.

 

Δεν έχω τις λέξεις

Τις έκλεψαν χτες βράδυ

Δεν έχω καν τις ιδέες

Τις φυλάκισε η Ρουτίνα

Τώρα πάω μπρος, πάω πίσω

Αναμένω

Μουδιάζω

Ελπίζω.

Κουράζομαι

Αλλά αχνογελώ.

 

 

 

Θρύμματα κήπου
Στ’ ανοιχτό δωμάτιο
Και μυρωδιά λιωμένων στα-
Φυλιών πριν την αγάπη
Πως μεγαλώσαν τόσο
Οι άνθρωποι και πέταξαν
Λευκό ανθάκι!
Σ’ ενός πιο ύπνου τ’ άπατα
Πολύχρωμες πετούν
Κροτίδες στο
Σκοτάδι.

Ι. Ηλιοπούλου

 

( μ’ αυτούς τους στίχους είχε συνοδέψει ο χρήστης του youtube, το βιντεάκι που ανέβασε. Μου ταίριαξαν, οπότε τους μεταφέρω κι αυτούς )

(…Μου άρεσε πολύ αυτή η εκδοχή με τις κιθάρες. Αλλά και η πρωτότυπη ενορχήστρωση είναι πολύ όμορφη! Για να μη χρειαστεί λοιπόν να διαλέξω, η πρωτότυπη πήρε τη θέση της στο Εθνικό cd- αγολόγιο :-) )

Ανοίγω μια μεγάλη πόρτα και βλέπω ένα βουνό. Σκαρφαλώνω, γλιστρώ στα πετραδάκια, κυλιέμαι, ξανασηκώνομαι –το βουνό είναι εκεί ατόφιο. Τίποτα δεν πληγώνει το βουνό. Μόνον οι περιπατητές πληγιάζουν τα ποδάρια τους. Κι ύστερα θα ’ρθουν άλλοι αναρριχητές, με περισσότερες ικανότητες και καλύτερο εξοπλισμό. Αλλά η κορφή δεν θα χαρίσει την καρδιά της σε κανέναν. Είναι ατόφιο ατσάλι ή χρυσός ή αδάμας. Αλλά οι ταξιδιώτες μουντζουρώνονται με κάρβουνο σαθρό. Αυτό σημαδεύει τα πρόσωπά τους. Η λάμψη του αδάμαντος δεν θα φωτίσει ποτέ τα μάτια τους. Εις τον αιώνα των αιώνων σκοτεινοί. Νυν και αεί.