Ετικέτες

image

Προχθές τελείωσα ένα βιβλίο που θεωρείται πια κλασσικό της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Έρνεστ Χεμινγουέι. Μια ιστορία αγάπης, με φόντο τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, μεταξύ ενός εθελοντή Αμερικανού αξιωματικού και μιας Αγγλίδας νοσοκόμας. Θεωρείται πως έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Στο πρώτο μέρος κυριαρχεί ο κόσμος του πολέμου. Παρότι ο συγγραφέας δεν καταφέρεται ανοιχτά εναντίον του πολέμου, οι ολοζώντανες περιγραφές σκηνών μάχης ή η μεταφορά συζητήσεων μεταξύ των στρατιωτών, δίνουν στο βιβλίο αντιπολεμικό χαρακτήρα. Αυτό ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την ερωτική ιστορία που ξεδιπλώνεται στο δεύτερο μέρος. Ο έρωτας ως πηγή χαράς και ηδονής, ελπίδας, ως ένα κίνητρο να μείνεις ζωντανός, ως πηγή ζωής, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το τέλος όμως του βιβλίου παραπέμπει περισσότερο σε μία κυνική θεώρηση της ζωής από το συγγραφέα, ίσως μια ματαιότητα. Τί κι αν δεν ήρθε ο θάνατος από ένα βόλι εχθρικό; Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής και όχι μονάχα ανθρώπινο κατασκεύασμα. Κανείς δεν ξεφεύγει, ακόμη και τη στιγμή που προσπαθεί να κάνει το ακριβώς αντίθετο: να δώσει ζωή…

Δεν ξέρω τελικά αν ο συγγραφέας ήθελε να μιλήσει κατά του πολέμου ή απλώς να επισημάνει το βάναυσο και απαρέγκλιτο κύκλο της ζωής. Όπως και να ‘χει, το αίσθημα που μου έμεινε τελειώνοντας το βιβλίο ήταν μάλλον κάτι κενό!!! Σε πολλά σημεία θαύμασα τη συγγραφική δεινότητα του Χεμινγουέι, όμως δεν μπόρεσα να ταυτιστώ με κάποιον από τους ήρωες του και, να πω την αλήθεια, μου ήταν μάλλον αντιπαθείς! Πώς να αγαπήσω ένα βιβλίο αν αντιπαθώ τους ήρωες του;! Ξέρω πως αυτοί έζησαν σε μία τελείως διαφορετική εποχή, βουτηγμένοι στον πόλεμο – μπορεί και γι’ αυτό να έχουμε τόσο διαφορετικές κοσμοθεωρίες… Όμως αυτό το κλείσιμο στον εαυτό τους που δεν μπορούσε να συμπεριλάβει ούτε καν ένα μωρό, εμένα με απώθησε και με έκανε να σκεφτώ πως δεν μπορούσε να είναι αληθινή ούτε η αγάπη μεταξύ τους. Ήταν μόνο ένας έρωτας (ναι, δυνατός!) που κάλυπτε ανάγκες, σωματικές και ψυχολογικές. Αλλά δεν ήταν μια αγάπη υπερβατική του Εγώ. «Συνάντησε» τελικά ο ένας τον άλλον;

Πως είναι δυνατόν να εύχεται το κορίτσι του βιβλίου, να χτυπήσει το κουπί την ετοιμόγεννη κοιλιά της; Ή πώς ο άντρας βλέπει το νεογέννητο μωρό του και απλώς το προσπερνά -κυριολεκτικά!- χωρίς κανένα αίσθημα απέναντί του; Είναι ίσως οι δύο πιο σκληρές εικόνες του βιβλίου για μένα, γιατί η ψυχική ακαμψία, μια παγωμένη καρδιά που υψώνει συρματοπλέγματα, περιέχουν τελικά πολύ περισσότερη βία, σε σχέση με τις πολεμικές σκηνές του βιβλίου…

Ξέρω, δεν είναι μια αντικειμενική κριτική, σαν αυτή που θα έκανε ένας βιβλιοκριτικός. Είναι όμως μία ειλικρινής, καθαρά συναισθηματική κριτική ενός βιβλίου που μόλις τελείωσα…

Θα χαιρόμουν πολύ να άκουγα τις απόψεις σας, αν κάποιος απο σας το έχει διαβάσει!

Advertisements