HAIRDRESSER

 

Ξυπνάει το πρωί, κοιτιέται στον καθρέφτη:

«τί φάτσα είναι αυτή;!

Και το μαλλί;…

Ω, Θεέ μου!»

Δεν θέλει να το ξανασκεφτεί, βαρέθηκε πια το ίδιο σγουρό βάσανο τόσα χρόνια! Ντύνεται βιαστικά με ό,τι βρίσκει πάνω στην καρέκλα πεταμένο από μέρες, και κατευθύνεται στο κομμωτήριο του Ντίνου.

– Καλημέρα Ντίνο!

– Καλημέρα, καλώς το κορίτσι, να βάλω καφέ;

– Βάλε! γερή δόση! Το τραβάει η ημέρα…

– Πώς θα τα κόψουμε;

– Κοντά, σύρριζα…αγορίστικο ντε, πώς το λένε;!

– Χμ…μεγάλη απόφαση… Είσαι σίγουρη, το σκέφτηκες καλά; Ξέρεις πόσες ζηλεύουν τα μαλλιά σου;

– Αυτά τ’ ακούω βερεσέ… Μην καθυστερείς, γιατί δεν θέλω ν’ αλλάξω γνώμη. Μόνο στυλ θέλω ν’ αλλάξω, ν’ ανανεωθώ! Θέλω να ελευθερωθώ!

Και να ‘σαι σίγουρος πως θα «το υποστηρίξω»…

 

Κάθε μπούκλα που σωριάζεται στο πάτωμα, κι ένα λέπι φόβου που πέφτει απ’ την κλειστή ως το λαιμό πανοπλία της. Κάθε τούφα που αιωρείται με χάρη, προ της πτώσεως, και μια ανασφάλεια που δειλιάζει λίγο, πριν χαθεί για πάντα. Καθαρίζει το κεφάλι απ’ το μακρύ φουντωτό μαλλί, καθαρίζει το κεφάλι από τη βασανιστική ενοχή και τον πυκνό θυμό, που έχουν κατακάτσει σαν ομίχλη μέσα της.

 

Το κοντό μαλλάκι αναδεικνύει τα ωραία χαρακτηριστικά του χλωμού προσώπου της. Φανερώνεται τώρα ένα δυνατό πρόσωπο, με έντονη προσωπικότητα. Η εμπειρία χαράζει ελαφρά το πρόσωπό της, όμως γεμίζει συμπόνοια και κατανόηση το βλέμμα της.

 

Περπατά στητή – με λιγότερα μαλλιά, αλλά δαφνοστεφανωμένη! Και τα μάτια της βλέπουν μόνο μπροστά, ακουμπούν ορίζοντα…

Advertisements