της Βίκυς, δικαιωματικά…
 
 
 
Χθες βράδυ ονειρεύτηκα που ήμουνα παιδάκι
Και μ’ είχε πάρει ένα πρωί η μάνα απ’ το χεράκι.
 
Ήταν θυμάμαι Κυριακή, κοντή γιορτή και σχόλη
Κι όλοι  ‘χαν βγει περίπατο για να λιαστούν στην πόλη.
 
Φτάσαμε στο Βοτανικό στο σπιτικό μιας θείας
Που τί σπιτάκι δηλαδή, του παλατιού σωσίας!
 
Η θειά ήταν αρχόντισσα στ’ όνομα και τη χάρη
Κι είχε έναν άντρα μερακλή, που τον ελέγαν Χάρη.
 
Αυτός πολύ χορευταράς, αυτή φωνή-καμπάνα
Στο σπίτι γλέντι και γιορτή, χορός, τραγούδι πάντα.
 
Η μάνα ράβε-ξήλωνε, μοδίστρα χρυσοχέρα
Η φήμη της γιγάντωνε από τη γης πιο πέρα.
 
Η θειά ήθελε να ραφτεί και πάνω στο βελόνι
Λίγος χορός, νότες πολλές, μικρή γιορτή σκαρώνει.
 
«Πες μου ανηψούδι μου μικρό, τί λαχταράς ψυχούλα;
κι αν δεν γενεί το κέφι σου, να μη με λεν Σταυρούλα!»
 
Η μέρα κύλησε όμορφα και είχε μια γλυκάδα
Κι ο ήλιος χαμογελαστός κερνούσε βυσσινάδα.
 
Λίγο το λίγο βράδιασε και οι κλωστές σωθήκαν
Το πανηγύρι τέλειωσε, τα χείλη μας σφιχτήκαν.
 
Στο σπίτι σαν γυρίσαμε, φάκα-κελλί-κελλάκι
Τα πάντα γύρω γκριζωπά, τά ‘τρωε το σαράκι. 
 
Αχτίδα φως δεν έμπαινε, καν νύχτα, καν ημέρα
Και οι γωνιές γεμίζανε μαύρο πνιχτόν αγέρα.
 
Ο ήλιος πια αγέλαστος κερνούσε τη ρουτίνα
Ξεκούρδιστα τα αισθήματα, γι’ αγάπη μόνο πείνα.
 
Μπαίνοντας στο λαγούμι αυτό, τα μάτια ξεθωριάσαν
Και  – ζάλη μου και ταραχή! – τον κόσμον όλο χάσαν!
 
Η πίκρα χύθηκε καυτή στο πάτωμα, στις πλάκες
Μήτε θεός, μήτε δεντρί με σήκωναν στις πλάτες.
 
 Τρόμαξε η μάνα μου πολύ στην τόση αδιαθεσία
«μάτι κακό σε μάτιασε», είπε μ’ απελπισία.
 
Της θείας τηλεφώνησε να πει τα μαγικά της
Μπας και το μικρανήψι της έρθει στα συγκαλά της.
 
Μα εγώ καλά το ήξερα: όλα τα γιατροσόφια
Αδύνατο να μου ‘διναν τέτοια χαρά ατόφια,
 
Όση το φως που γλύκαινε την κάθε μια ακρούλα
κι έκλεινε μες στο στήθος της η θειά μου η Σταυρούλα!
 
 
 
Advertisements