Η εσωτερική του βοή ήταν τόση, που ο εξωτερικός θόρυβος δεν τον πείραζε καθόλου-ούτε που τον άκουγε. Η προσοχή του ήταν στραμμένη μόνο εντός του, πέταγε μέσα στην άβυσσο των σπλάχνων του, τα φτερά του ξυστά σε μυτερές πέτρες, κινούνταν σε δίνη, η ορμή του ακράτητη, τα μάτια ορθάνοιχτα, τα χέρια τεντωμένα. Έπεφτε σ’ ελεύθερη πτώση κι ύστερα με δύναμη ορθωνόταν ψηλά ανάμεσα σε συντρίμμια. Στροβιλίζονταν στον αέρα, αλλάζοντας χίλια σχήματα…

…κι ύστερα ο καρτουνίστας ξύπνησε κι άφησε τον υπερήρωα, σαν άψυχη μαριονέτα, να σωριαστεί στη γη.

Advertisements