Ετικέτες

,

Σοκαρίστηκα όταν είδα να κλείνει κι αυτό το μαγαζί… Όχι οτι ήξερα τους τζίρους του, αλλά ήταν ένα ζεστό μαγαζί, με ωραία ατμόσφαιρα κι ωραία πράγματα, για δώρα κυρίως, και νομίζω πως είχε αρκετή δουλειά. Είχα ψωνίσει αρκετές φορές, αλλά πολύ περισσότερες το είχα χαζέψει. Ήταν μια ωραία γωνιά, σ’ ένα όχι και τόσο ωραίο εμπορικό κέντρο. Χαζεύοντας λοιπόν το Σάββατο, πέφτω πάνω σ’ ένα σχεδόν άδειο μαγαζί, με τίτλους τέλους στις βιτρίνες και μέσα να ξεπουλάνε τα ελάχιστα εναπομείναντα αντικείμενα. Αυτή η εικόνα με σόκαρε. Μα πάνω απ’ όλα ήταν η κοπέλα στο μαγαζί (ιδιοκτήτρια;), εμφανώς καταβεβλημένη, τσακισμένη σχεδόν. Η στενοχώρια κραύγαζε από μέσα της, αν και η εξωτερική εικόνα ήταν «ευπρεπής». Μονάχα ένα τελειωμένο σχεδόν make-up πάνω στο γραφείο, άφηνε να εννοηθεί πόσες ίσως φορές αυτές τις μέρες το ‘χε χρησιμοποιήσει για να φτιάξει την «ευπρεπή» μάσκα της… Πιάστηκε η ψυχή μου όταν μπήκα. Ψώνισα λίγα κοχύλια για να βοηθήσω στο ξεπούλημα. Ήταν όμως τόση η βιάση να τελειώσει αυτό το «μαρτύριο» που παρ’ οτι μου έλειπαν λίγα ευρώ, σχεδόν μ’ έδιωξε. «Αν σε φέρει ο δρόμος, φερ’ τα μέχρι το μεσημέρι, αλλιώς άσ’ τα, δεν πειράζει». Αυτό με τσάκισε ακόμη περισσότερο. Φεύγοντας έβαλα τα κλάματα στο δρόμο. Πόσο ακόμα;!

Advertisements