Ετικέτες

,

Ο πόνος βουβός, μα ζωγραφισμένος στο πρόσωπό της. Με το ζόρι εκτελούσε το καθήκον της· τί καθήκον δηλαδή, σκέτο μαρτύριο και πότε θα περάσουν οι μέρες να τελειώσει… Τα έδιωχνε και τα αποχαιρετούσε ταυτόχρονα ένα-ένα. Άδειαζε ο χώρος κομμάτι το κομμάτι, γυμνώνονταν οι τοίχοι απ’ όλα τα στολίδια, στόλιζε την καρδιά της η μαύρη απελπισία. Αυτή που έφτιαχνε τις βιτρίνες με έμνευση και μεράκι, τώρα αράδιαζε ατάκτως το βιος της όλο, στο παζάρι του τέλους. Ρημάδι το μαγαζί που «έχτισε» λιθάρι-λιθαράκι. Ρημάδι η καρδιά που επέμενε ακόμα να χτυπάει.

Μέχρι το μεσημέρι.

Λίγο ακόμα.

Μέχρι το μεσημέρι.

Γεια χαρά.

Advertisements