Περνώ συχνά έξω απ’ το μαγαζί του και πάντα το βλέμμα μου τον ψάχνει. Αλλά κι όταν είναι κλειστό, χαίρομαι που έχω την άνεση να περιεργαστώ το μαγαζάκι, τα κάδρα στους τοίχους, το παλιό ξύλινο έπιπλο με τον καθρέφτη στο βάθος. Μ’ αρέσει η ατμόσφαιρα, η ησυχία που ‘χει δώσει στο μαγαζί του.

Η αλήθεια είναι οτι δεν ξέρω και πολλά τέτοια μαγαζιά, ίσως και κανένα, κι αυτός είναι άλλος ένας λόγος που με μαγνητίζει, πέραν του αντικειμένου καθαυτό: πρόκειται για μαγαζί που επισκευάζει μουσικά όργανα! (νομίζω πως δεν κατασκευάζει και καινούρια).

Κι αυτός, ένας 65άρης καλοστεκούμενος, ψηλός άντρας, μόνος χωρίς βοηθούς, κάνει κάθε μέρα το μεράκι του δουλειά (και Τέχνη…). Μ’ αρέσει να τον βλέπω πώς με τρυφερότητα σχεδόν εξετάζει (χαϊδεύει, θα’ ταν ακριβέστερο) ένα δοξάρι ή δοκιμάζει ένα βιολοντσέλο…

‘Εχει έναν πάγκο με εργαλεία, αλλά συνήθως στέκεται όρθιος. Το ντεκόρ στους τοίχους και τη βιτρίνα είναι σταθερό: πίνακες με μουσικά θέματα, ένα τμήμα του μηχανισμού των πλήκτρων του πιάνου, αγαλματάκια σχετικά. Αλλά αυτο που έχει μεγαλύτερη σημασία και που μ’ αρέσει να παρατηρώ, είναι το ζωντανό ντεκόρ, αυτό που αλλάζει καιρό τον καιρό: τα όργανα που έρχονται και φεύγουν! Ένα βιολοντσέλο στεκόταν για καιρό στο κέντρο του μαγαζιού – προχτές είδα μια μεγάλη πλαστική ριγέ θήκη, που έκρυβε προφανώς στα σπλάχνα της ένα κοντραμπάσο…

Όταν ο καιρός είναι ζεστός και η πόρτα του μαγαζιού ανοιχτή, ξεχύνεται στο δρόμο η κλασσική μουσική που συνήθως τον συντροφεύει, και μαζί ένα κύμα ηρεμίας και γαλήνης, που φαίνεται πως ο ίδιος διατηρεί ενώ δουλεύει. Μ’ αρέσει αυτό.

Μ’ αρέσει που δείχνει ν’ αγαπάει τη δουλειά του και γι’ αυτό της αφοσιώνεται με τόσο μεράκι. Μ’ αρέσει που τον περιτριγυρίζουν μουσικά όργανα και που υπηρετεί τη Μουσική, έστω απ’ αυτό το πόστο! Πόσο απαραίτητος είναι αλήθεια ένας μάστορας μουσικών οργάνων και πόσο παραγνωρισμένη η αξία κι η προσφορά του!

 Αλλά μ’ αρέσει η ταπείνωσή του, η αποδοχή του ταπεινού του ρόλου. Δεν του επιφυλάσσονται δόξα και τιμές, όπως ίσως στον σολίστα, ο οποίος θα θριαμβεύσει στην αίθουσα συναυλιών, κεντώντας με δεξιοτεχνία πάνω στις χορδές – εκείνες που ο μάστορας προ ολίγου είχε τεντώσει…

Μ’ αρέσει αυτή η δουλειά. Αλλά δεν ξέρω αν θα βρω το θάρρος να μπω ποτέ μες στο μαγαζί, αν θα του πιάσω κουβέντα. Ίσως προτιμώ αυτή τη μη ρεαλιστική γλύκα και ηρεμία, αυτό το ανεξήγητο χαμόγελο που καρφώνεται στο πρόσωπό μου, κάθε που περνώ απ’ έξω…

Θα περνώ και θα τον κοιτώ. Θα περνώ και θα χαμογελώ – κι ας μην τον ξέρω.

Advertisements