Ετικέτες

«…Τα πάντα είναι διαφορετικά για τον τεχνίτη, που μεταμορφώνει ένα τμήμα του κόσμου με τα ίδια του τα χέρια, που βλέπει την εργασία του να πηγάζει από την ύπαρξή του και στο τέλος της μέρας,  μιας ζωής, μπορεί να κάνει ένα βήμα πίσω και να δείξει ένα αντικείμενο –έναν καμβά, μια καρέκλα, ή μια πήλινη κανάτα– και να το δει ως ένα σταθερό χώρο φύλαξης των δεξιοτήτων του και ως ακριβές αρχείο των χρόνων του, με αποτέλεσμα να αισθάνεται συγκεντρωμένος σε ένα χώρο και όχι διασκορπισμένος σε διάφορα εγχειρήματα που από καιρό εξανεμίστηκαν χωρίς να αφήσουν κάτι απτό ή ορατό…»

«…Θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως τέχνη οτιδήποτε σπρώχνει τη σκέψη μας προς σημαντικές αλλά παραμελημένες κατευθύνσεις.

   Ωστόσο ο Τέηλορ αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε προσπάθεια σύνοψης της τέχνης με λέξεις. Επιμένει ότι ένας αξιόλογος πίνακας καθιστά αυτόματα ανεπαρκές οποιοδήποτε σχόλιο, αφού οφείλει να επιδρά και να επηρεάζει τις αισθήσεις παρά τις λειτουργίες της λογικής. (…)

   Τα μεγάλα έργα τέχνης έχουν τη χαρακτηριστική ιδιότητα της υπενθύμησης. Ακινητοποιούν το φευγαλέο: τη δροσερή σκιά μιας βελανιδιάς ένα καυτό καλοκαιρινό απόγευμα δίχως αέρα· τη στωική θλίψη ενός γυμνού δέντρου που εμφανίζεται φευγαλέα με φόντο ένα βαρύ γκρίζο ουρανό. Ταυτόχρονα, οι πίνακες μοιάζουν να συνδέονται μυστηριωδώς με ξεχασμένες διαστάσεις του ψυχισμού μας. Εκείνο που μας εκπλήσσει στα δέντρα ίσως είναι οι άρτιες επιθυμίες μας, και εκείνα που αναγνωρίζουμε στη θολή απόχρωση του καλοκαιρινού ουρανού ίσως είναι ο εφηβικός μας εαυτός».

Απ’ το βιβλίο του Αλαίν ντε Μποττόν  » Οι χαρές και τα δεινά της εργασίας», εκδ. Πατάκη.

(δεν το’ χω τελειώσει ακόμα, αλλά σίγουρα είναι ένα πολύ πρωτότυπο βιβλίο…)

Advertisements