Το δέντρο που τον έδεσε ήταν στυφό. Χωρίς χυμούς να φουσκώνουν τη σάρκα του, χωρίς πουλάκια να ζευγαρώνουν στα κλαδιά του. Φύτρωσε στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου που δεν του άφησε πολλά περιθώρια ανάπτυξης, αφού μήτε τον ήλιο άφηνε να περάσει μέσα απ’ τα πυκνά φυλλώματά του. Κι έτσι το δέντρο μεγάλωσε μεν, αλλά έγινε καχεκτικό, μίζερο, αρρωστιάρικο. Βέβαια, όντας δέντρο, έβγαλε τα φυλλαράκια του, άνθισε τα λουλουδάκια του κι έδεσε τους καρπούς του. Όμως η μόνη του πραγματικότητα ήταν η σκιερή γαλήνη κι αταραξία του πράσινου θόλου. Μα φυσικά δεν τον πείραζε! Δεν είχε ζήσει ποτέ του σε ξέφωτο, για να γνωρίσει τον οργασμό της ζωής κάτω απ’ τον ήλιο. Αλλά και καμία ριζούλα του δεν είχε ελιχθεί, δεν είχε ψαχουλέψει μέσα σε πετραδάκια και χώματα, για να σαγηνευτεί από μια αμυδρή αχτίδα ήλιου. Στο στέρεο χώμα κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο είχε πια ριζώσει, ένιωθε ασφαλής.

Απ’ τους καρπούς του, κάποιοι μεγάλωσαν και έμειναν κολλημένοι πάνω στα κλαδιά του πατρικού δέντρου· άλλοι έπεσαν στο χώμα από ένα δυνατό φύσημα του αέρα, προτού πάρουν όλους τους χυμούς που τους αναλογούσαν, κι έμειναν εκεί, στη σκιά, προσπαθώντας να απομυζήσουν έστω τις ρίζες· κι άλλοι πήραν ό,τι περισσότερο μπορούσαν να πάρουν κι όταν ήρθε η κατάλληλη ώρα, ώριμοι όσο είναι δυνατόν, πέσαν απ’ το δέντρο και ξεκίνησαν το ταξίδι τους προς το άγνωστο.

 Ένας απ’ αυτούς, κύλησε πάνω στο χώμα, χάιδεψε το γρασίδι, έπιασε φιλίες με άλλους καρπούς, ίδιων ή διαφορετικών δέντρων, τσιμπήθηκε βέβαια κι από διάφορα έντομα, που δεν ήταν πάντα φιλικά, και κατάφερε μετά από πολλών ημερών ταξίδι να δει για πρώτη φορά στα μάτια του λίγη από τη λάμψη του ήλιου! Στην αρχή μέσα από κλαδιά λιγότερο πυκνά απ’ ότι της γειτονιάς του, αλλά λίγο-λίγο όλο και κυλούσε προς το ξέφωτο και ο ήλιος γινόταν όλο και πιο ζεστός, πιο φωτεινός, πιο λαμπρός! Οι ακτίνες του τον μάγευαν, τον σαγήνευαν και τον καλούσαν ολοένα προς το μέρος τους. Κι αυτός μαγνητισμένος λες, ακολουθούσε πιστά κι ένιωθε όλο και πιο ευτυχισμένος, πιο γαλήνιος, πιο ανακουφισμένος. Ο ήλιος είχε δώσει ωραίο χρώμα στη φλούδα του, είχε γλυκάνει τους χυμούς του και τον είχε κάνει πολύ χαρούμενο κι ανοιχτόκαρδο! Γελούσε συνέχεια κι έπαιζε όλη μέρα με τους άλλους καρπούς, αλλά ακόμα και με μυρμηγκάκια, πασχαλίτσες ή και με τις εκθαμβωτικές πυγολαμπίδες! 

Μια μέρα ήρθε στο δάσος ένα αγοράκι, που φαινόταν λυπημένο πολύ. Καθόταν στον κορμό ενός δέντρου και δεν μπορούσε να χαρεί όλο το πανηγύρι της φύσης που είχε στηθεί μπρος στα μάτια του. Ίσως δεν το έβλεπε καν. Ήταν στο ξέφωτο, αλλά μήτε ένιωθε τη ζεστασιά του ήλιου, μήτε καταδεχόταν να παίξει με πεσμένους στο χώμα καρπούς ή σκουλήκια. Ο καρπός κοίταζε το αγοράκι και λυπόταν με τη στενοχώρια του και πάσκιζε να βρει τρόπο να το βοηθήσει, να το κάνει έστω να χαμογελάσει!

 Παρακαλεί λοιπόν τον ήλιο να φωτίσει ακόμα περισσότερο, να ζεστάνει στο μέγιστο τις ακτίνες του και βλέπει τότε το αγόρι να κοιτά ψηλά και να αφήνεται ευχαριστημένο στο χάδι του ήλιου. Φωνάζει τις φίλες του τις πασχαλίτσες, οι οποίες μαζεύονται μπροστά στο αγόρι και φτιάχνουν με τα κόκκινα σώματά τους όλων των ειδών τα σχήματα! Αυτό τις κοιτά παραξενεμένο και χαμογελά – δεν μπορεί να πιστέψει ότι έχουν τόση φαντασία και έμπνευση ακόμα και οι πασχαλίτσες!

Και τέλος, ο ίδιος ο καρπός, κυλάει μπροστά στα πόδια του και τα χαιδεύει. Το αγόρι τον κοιτά και τα μάτια του ανοίγουν με λαχτάρα! Πεινασμένος καθώς είναι, τον δαγκώνει με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι ο καρπός, προσπαθεί να γίνει όσο πιο ζουμερός και γλυκός γίνεται, για να ευχαριστήσει το αγόρι, και νιώθει συγκινημένος πως ναι! έφτασε η ώρα να εκπληρώσει το σκοπό για τον οποίο γεννήθηκε! Κλείνει τα μάτια ευτυχισμένος και ξέρει πως δεν έχει πεθάνει πραγματικά. Τα κουκούτσια του, που το αγόρι έφτυσε στο χώμα, θα αναστηθούν ξανά ως ένα ωραίο μεγάλο δέντρο, που μάλιστα τώρα θα έχει ριζώσει στο ωραιότερο ξέφωτο του κόσμου, κάτω απ’ τον λαμπρότερο και πιο αγαπητικό ήλιο που θα μπορούσε ποτέ να υπάρχει!!!

Advertisements