Ανοίγω μια μεγάλη πόρτα και βλέπω ένα βουνό. Σκαρφαλώνω, γλιστρώ στα πετραδάκια, κυλιέμαι, ξανασηκώνομαι –το βουνό είναι εκεί ατόφιο. Τίποτα δεν πληγώνει το βουνό. Μόνον οι περιπατητές πληγιάζουν τα ποδάρια τους. Κι ύστερα θα ’ρθουν άλλοι αναρριχητές, με περισσότερες ικανότητες και καλύτερο εξοπλισμό. Αλλά η κορφή δεν θα χαρίσει την καρδιά της σε κανέναν. Είναι ατόφιο ατσάλι ή χρυσός ή αδάμας. Αλλά οι ταξιδιώτες μουντζουρώνονται με κάρβουνο σαθρό. Αυτό σημαδεύει τα πρόσωπά τους. Η λάμψη του αδάμαντος δεν θα φωτίσει ποτέ τα μάτια τους. Εις τον αιώνα των αιώνων σκοτεινοί. Νυν και αεί.

Advertisements