… με αφορμή

                                                        την Breathtaking τριλογία της  Theorema …

 

Βγήκε για ακόμα ένα βράδυ στους υγρούς δρόμους του Βερολίνου. Με το μακρύ πράσινο παλτό της και τις σκούρες μπότες της. Το τσιγάρο στο χέρι, η καύτρα ακόμα αναμμένη. Περπατά βιαστικά, ακούει μόνο τα ξερά της βήματα στις πλάκες. Μια μαύρη γάτα τρομάζει και τρέχει να κρυφτεί στη γωνιά της. Από μακριά η ταμπέλα τρεμοσβήνει. Πότε θα τη φτιάξουν πια;

Η ανάσα της θολώνει το τζάμι, μπορεί και διακρίνει όμως· ευτυχώς δεν εμφανίστηκε σήμερα. Μπαίνει και κάθεται στη συνηθισμένη. Παραγγέλνει ουίσκι. Ανάβει άλλο τσιγάρο. Με τον καπνό να την κυκλώνει, ρίχνει το βλέμμα ένα γύρο. Τα συνηθισμένα ρεμάλια… Κοιτά νευρικά το ρολόι. Μπα, είναι ήδη αργά, δεν θα ’ρθει… Τι σε νοιάζει; Δεν είπαμε;… Μια ζωή τα ίδια…

Φορά το εφαρμοστό της τζην και ένα μαύρο μπλουζάκι, τι μπούστο Θεέ μου;! …Ωχ, τι θες ρε γέρο; Δεν κοιτάς τα ξινισμένα μούτρα σου; Δεν είμαι για τα δόντια σου…

Γυρνά απ’ την άλλη, δεν έχει όρεξη για παρτίδες τώρα…

Κι αυτό το ηλίθιο τραγούδι, πόσες φορές θα το βάλουν πια; White Christmas… Π***ρια Christmas… Δεν μας παρατάνε όλοι τους με τις γιορτές και τα τραγούδια τους;!

Η καύτρα φωτίζει το κουρασμένο της βλέμμα. Να και κάτι πάνω  μου που φωτίζει… Έστω κι αξεσουάρ! Απαραίτητο αξεσουάρ τους τελευταίους μήνες… Έχουμε γίνει ένα.

Όπως γίναμε ένα και μ’ αυτό το μα***α..! Τι του βρήκα, πες μου… Είναι brutal και μ’ αρέσει. Με ελέγχει, εξουσιάζει την καρδιά και το σώμα μου. Κι εγώ αφήνομαι η ηλίθια… Να δούμε, θα φανεί;… Πάλι τα ίδια… Λοιπόν, σήκω και φύγε τώρα! Παράτα τα όλα, τα αναμμένα τσιγάρα, τα ουίσκια, το άτριχο σαν εφηβικό του στήθος… 

Ανακάθησε στο δερμάτινο σκαμπώ, αναστέναξε βαθιά. 

Ωχ, Θεέ μου, τι τα θυμάμαι τώρα όλα αυτά;! Κι αυτό το φιλί, το πρώτο του φιλί, με την αγωνία του καινούριου και τον πόθο αναμμένο… Με έφαγε ολόκληρη· έκανε έρωτα στο πρόσωπό μου. Τα μάτια μου, η μύτη, τα μάγουλα, τα αυτιά μου πλημμύρισαν απ’ τη λαχτάρα του. Ο λαιμός μου τεντωμένος προσπαθούσε ν’ αντέξει την τόση έξαψη. Έκαιγα ολόκληρη κι αφέθηκα με συγκίνηση στον έρωτα των δύο προσώπων. Το πρώτο φιλί… Χμ… 

Μα τέλος πάντων, τι τα θυμάσαι όλα αυτά, πες μου! Τώρα όλα τελείωσαν. Ο «μεγάλος» έρωτας πνίγηκε μες στο ουίσκι. Κι εσύ σα φυσαλίδα προσπαθείς απεγνωσμένα να βγεις στην επιφάνεια. Άντε να δούμε τι θα καταφέρεις αυτή τη φορά… 

Παρήγγειλε άλλο ένα, άναψε άλλο ένα κι έγειρε στο bar. 

Και τότε ένιωσε την καυτή του παλάμη να ανεβαίνει από την πλάτη στο σβέρκο της. Χάιδεψε το λαιμό της κι έπαιξε με την ατίθαση τούφα που στεφάνωνε τ’ αυτί της. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν, τα πνευμόνια της γέμισαν απ’ το άρωμά του· αλλά έμεινε εκεί, ακίνητη, προσηλωμένη σε μια βαθιά χαραγματιά του πάγκου. Η καρδιά της χτυπούσε, αλλά η χαραγματιά στον πάγκο ήταν πολύ βαθιά… Τα μάτια ορθάνοιχτα, τα αυτιά της τεντωμένα, περίμενε… Αφουγκραζόταν τη σιωπή…

Ένα λεπτό μετά, έναν αιώνα μετά, γυρνά αργά προς τα πίσω… Κανείς… Χαμογελά αχνά, κλείνει τα μάτια και αναγνωρίζει στον αέρα τη μυρωδιά του, τη μυρωδιά της επιθυμίας… Η καύτρα του τσιγάρου της την κάνει καπνό, που διαλύεται και νωτίζει το σκοτάδι… 

Σηκώνεται, γελά, και με το πράσινο παλτό χάνεται μες στην πόλη.

 

 

 

 

 

Δίνοντας τον τίτλο στο αφήγημα μού ήρθε στο νου το εξαιρετικό τραγούδι των Γ. Σπανού και Μ. Ελευθερίου «Δρόμοι του Βερολίνου», με την Τάνια Τσανακλίδου, εδώ απ’ την παράσταση «Το μαγικό κουτί». Μαζί τμήμα απ’ το «Του έρωτα μέγα κακό» (Στ. Κραουνάκης-μετάφραση Γ. Χειμωνάς) από τη Μήδεια του Ευριπίδη, απ’ όπου και η τελική απαγγελία. Τελικά ήρθαν όλα κι έδεσαν…

  

Advertisements