Ετοιμαζόταν να πάει στο party. Είχε γενέθλια ο καλύτερός της φίλος. Παίζαν μαζί από τότε που θυμάται τον εαυτό της· βασικά έκαναν τα πάντα μαζί: διάβαζαν, έτρωγαν, χαζολογούσαν.

Και σήμερα ήταν το party του. Τι φοράς στη γιορτή του καλύτερού σου φίλου; Σίγουρα όλα τα κορίτσια θα φοράνε τα καλά τους φορεματάκια· βελούδα, κορδέλες, φιόγκους, τις μπαλαρινούλες στα πόδια και το ομορφότερό τους καλσόν. «Αλλά εγώ δεν έχω όρεξη για φραμπαλάδες τώρα», σκέφτηκε. «Θα βάλω το τζην μου με το φαρδύ βυσσινί πουλόβερ κι ας λέει η μαμά ό,τι θέλει».

Κατεβαίνει έναν μόλις όροφο και χτυπά το κουδούνι· κάποια παιδιά έχουν ήδη μαζευτεί.

«Ωχ, τι κάνω τώρα; Πού κάθομαι;». Κοντοστέκεται κι ας τους ξέρει όλους.

Σε λίγο πιάνουν κουβεντολόι και ψιλο-αρχίζουν να παίζουν. Είναι όμως μεγάλα παιδιά για παιχνίδι και μικρά για οτιδήποτε άλλο. Άβολη ηλικία.

Κάποιος πετά την ιδέα: «παίζουμε μπουκάλα;».

«Οοο…», σκέφτονται όλοι από μέσα τους.

«Ναι, ναι! γουστάρω!».

«Επιτέλους θα φιλήσω τη Νάνσυ…».

Όλη η παρέα συμφωνεί και σχηματίζει κύκλο. Εκείνη διστάζει, μαζεύεται σε μια άκρη.

«Έλα», της φωνάζουν, «έλα να παίξουμε όλοι μαζί».

Αρνείται: «Παίξτε εσείς»… («αχ, ζητείστε το μου άλλη μια φορά!»…)

Και τότε ο Σπύρος, ο συμμαθητής που δεν του αφιέρωσε ποτέ ούτε ένα βλέμμα, γονατίζει μπροστά της και την παρακαλεί να ’ρθει να παίξει μαζί τους.

Σαστίζει, ντρέπεται, κοκκινίζει… αλλά σε ένα λεπτό ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία της· σκύβει, φιλά το Σπύρο και του λέει: «όχι, ευχαριστώ, λέω να μην παίξω»…

Advertisements