…Ένας άνθρωπος γεμάτος κόμπους τί να σου κάνει;
Κάνει τον κάθε κόμπο του μια προσευχή
και η σκυμμένη του ζωή
γίνεται αναφορά γι’ Αλλού.
10 Σάββατο Σεπ 2011
Posted in Τα βινύλια
≈ 2 σχόλια
…Ένας άνθρωπος γεμάτος κόμπους τί να σου κάνει;
Κάνει τον κάθε κόμπο του μια προσευχή
και η σκυμμένη του ζωή
γίνεται αναφορά γι’ Αλλού.
06 Τρίτη Σεπ 2011
Posted in Τα βινύλια
Ένας άνθρωπος γεμάτος κόμπους
Όπου τον ακουμπάς, πονάει
Όπου τον ακουμπάς, πονάς
Ένας κόμπος στα χέρια δεν τον αφήνει
ν’ αγκαλιάσει
Άλλος κόμπος στα πόδια δεν τον αφήνει να προοδεύσει
Ο κόμπος στο λαιμό, δεν τον αφήνει να
γελάσει.
Ένας άνθρωπος γεμάτος κόμπους τί να
σου κάνει;
Το πολύ-πολύ να κομπιάζει
Το πολύ-πολύ να καμπουριάζει
Το πολύ-πολύ να μη σκαμπάζει τίποτα.
25 Δευτέρα Ιουλ 2011
Posted in Τα βινύλια
Ακουμπώ στο άλλο μου εγώ που κοιμάται μειλίχιο στα σεντόνια της ψυχής μου. Είναι άσπρα, κι αυτός ασημένιος κι ωραίος. Γυμνός, ελεύθερος, δεν έχει να κρύψει τίποτα. Εμένα η ζώνη μου με σφίγγει. Όμως κοιμάται δίπλα μου και τα βράδια, κρυφά, ανταλλάσσουμε όνειρα.
Για το L. Freud (side 1) βλ. εδώ.
17 Παρασκευή Ιουν 2011
Posted in Τα βινύλια
≈ 4 σχόλια
Σοκαρίστηκα όταν είδα να κλείνει κι αυτό το μαγαζί… Όχι οτι ήξερα τους τζίρους του, αλλά ήταν ένα ζεστό μαγαζί, με ωραία ατμόσφαιρα κι ωραία πράγματα, για δώρα κυρίως, και νομίζω πως είχε αρκετή δουλειά. Είχα ψωνίσει αρκετές φορές, αλλά πολύ περισσότερες το είχα χαζέψει. Ήταν μια ωραία γωνιά, σ’ ένα όχι και τόσο ωραίο εμπορικό κέντρο. Χαζεύοντας λοιπόν το Σάββατο, πέφτω πάνω σ’ ένα σχεδόν άδειο μαγαζί, με τίτλους τέλους στις βιτρίνες και μέσα να ξεπουλάνε τα ελάχιστα εναπομείναντα αντικείμενα. Αυτή η εικόνα με σόκαρε. Μα πάνω απ’ όλα ήταν η κοπέλα στο μαγαζί (ιδιοκτήτρια;), εμφανώς καταβεβλημένη, τσακισμένη σχεδόν. Η στενοχώρια κραύγαζε από μέσα της, αν και η εξωτερική εικόνα ήταν “ευπρεπής”. Μονάχα ένα τελειωμένο σχεδόν make-up πάνω στο γραφείο, άφηνε να εννοηθεί πόσες ίσως φορές αυτές τις μέρες το ‘χε χρησιμοποιήσει για να φτιάξει την “ευπρεπή” μάσκα της… Πιάστηκε η ψυχή μου όταν μπήκα. Ψώνισα λίγα κοχύλια για να βοηθήσω στο ξεπούλημα. Ήταν όμως τόση η βιάση να τελειώσει αυτό το “μαρτύριο” που παρ’ οτι μου έλειπαν λίγα ευρώ, σχεδόν μ’ έδιωξε. “Αν σε φέρει ο δρόμος, φερ’ τα μέχρι το μεσημέρι, αλλιώς άσ’ τα, δεν πειράζει”. Αυτό με τσάκισε ακόμη περισσότερο. Φεύγοντας έβαλα τα κλάματα στο δρόμο. Πόσο ακόμα;!
14 Τρίτη Ιουν 2011
Posted in Τα βινύλια
≈ 4 σχόλια
Ο πόνος βουβός, μα ζωγραφισμένος στο πρόσωπό της. Με το ζόρι εκτελούσε το καθήκον της· τί καθήκον δηλαδή, σκέτο μαρτύριο και πότε θα περάσουν οι μέρες να τελειώσει… Τα έδιωχνε και τα αποχαιρετούσε ταυτόχρονα ένα-ένα. Άδειαζε ο χώρος κομμάτι το κομμάτι, γυμνώνονταν οι τοίχοι απ’ όλα τα στολίδια, στόλιζε την καρδιά της η μαύρη απελπισία. Αυτή που έφτιαχνε τις βιτρίνες με έμνευση και μεράκι, τώρα αράδιαζε ατάκτως το βιος της όλο, στο παζάρι του τέλους. Ρημάδι το μαγαζί που “έχτισε” λιθάρι-λιθαράκι. Ρημάδι η καρδιά που επέμενε ακόμα να χτυπάει.
Μέχρι το μεσημέρι.
Λίγο ακόμα.
Μέχρι το μεσημέρι.
Γεια χαρά.